O Val Kilmer, έφυγε από τη ζωή στα 65 του χρόνια χτυπημένος από πνευμονία – έχοντας προλάβει να βγει νικητής από τη μάχη εναντίον του καρκίνου, η οποία κράτησε 10 σχεδόν χρόνια και δυστυχώς είχε κατάφερε να επιβαρύνει ανεπανόρθωτα την υγεία αλλά και τη φυσική του κατάσταση.
Ένας εκ των πλέον δημοφιλών ηθοποιών της γενιάς του και αδιαπραγμάτευτο σύμβολο της pop κινηματογραφικής κουλτούρας των ‘80s και ‘90s, o Kilmer από τα πρώτα του κιόλας βήματα έδειχνε να διαθέτει όλο το πακέτο ενός εκκολαπτόμενου superstar: τηρούσε σε υπερθετικό βαθμό τα αυστηρά φυσιογνωμικά πρότυπα των «νέων και μοιραίων» της εποχής του, ενώ παράλληλα, η ερμηνευτική του ταυτότητα έφερε το απαραίτητο πιο προσωπικό στίγμα, το οποίο και τον ξεχώρισε από ηθοποιούς σαν πχ. τον Rob Lowe -νεαρούς αστέρες που ξεκίνησαν δυνατά αλλά «παγιδεύτηκαν» στην εικόνα τους. Ο Val Kilmer μετατοπίστηκε αυτομάτως στην κατηγορία «νέων και ανερχόμενων» ηθοποιών, στην οποία βρισκόντουσαν ήδη οι πχ. Tom Cruise, Matt Dillon κτλ, έτοιμος για μια καριέρα γεμάτη σπουδαίες συνεργασίες, βραβεία και σπουδαίες προοπτικές.
Η άρνησή του να παίξει στο Outsiders του Coppola το 1983 (καθώς είχε προτεραιότητα το θέατρο εκείνη την περίοδο) ίσως ήταν το προοίμιο μιας καριέρας που ναι μεν θα έσφυζε ποικιλομορφίας, θα χαρακτηριζόταν όμως στο σύνολό της από λανθασμένες προσωπικές επιλογές και κακό timing στη διανομή ρόλων.
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ήρθε τελικά το 1984 στο Top Secret! των Zucker-Abraham-Zucker (ίσως και η καλύτερη ταινία της τριάδας του ήδη κλασσικού Airplane!) για να σπάσει πολύ σύντομα τα κοντέρ με τη συμμετοχή του στο pop φαινόμενο του Top Gun. Με ενδιάμεσες συμμετοχές μεταξύ άλλων στα Willow του Ron Howard (μια ημί-αποτυχημένη μα cult σήμερα απόπειρα του George Lucas, να διασκευάσει με έμμεσο τρόπο Tolkien) και στην «πόσες φορές αντέχεις να τη δεις Σάββατο μεσημέρι του 1992 στην ιδιωτική τηλεόραση» teenage κωμωδία Real Genius, προσγειώνεται το 1991 στο The Doors του Oliver Stone και παραδίδει μια από τις τις πλέον διαβόητες method acting ερμηνείες της εποχής – η οποία τον φέρνει πρόσκαιρα και στην κορυφή, κοστίζοντάς του όμως έναν γάμο και αμέτρητες ώρες ψυχοθεραπείας.
Τη συμμετοχή του στο εξαιρετικό (και ελαφρώς λησμονημένο σήμερα) neo-noir western Thunderheart διαδέχεται το δημοφιλέστατο στο ευρύ κοινό της εποχής Tombstone (από τα πλέον αυθεντικότερα σύγχρονα westerns, δη σε μια περίοδο όπου το σαρωτικό Unforgiven είχε μόλις βάλει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του genre) στο οποίο κλέβει την παράσταση ενός all - star cast. Τέλος, η εντελώς παλαβή εμφάνισή του ως Elvis (!) στο κλασσικό True Romance του Tony Scott (σε σενάριο Quentin Tarantino) επικυρώνει με θετικό πρόσημο ένα πρώτο μισό των 90s, στο οποίο φλερτάρει διαρκώς με το μεγάλο καλλιτεχνικό «μπαμ» και το κοινό τον αγκαλιάζει ως ένα από τα κατεξοχήν «πρόσωπα» του σύγχρονου Hollywood.
Το υπερηρωικό Batman Forever του 1995 προκαλεί τους πρώτους πολύ ισχυρούς κραδασμούς στη καριέρα του (κάπως αδίκως, μιας και το υποτιμημένο φιλμικό rollercoaster queer αποχρώσεων του Joel Schumacher δεν άξιζε στην εποχή του) αλλά για καλή του τύχη, λίγο πριν η καριέρα του αρχίσει να ολισθαίνει οριστικά, ο Michael Mann τον κάνει οριστικά και αμετάκλητα αιώνιο μέλος μιας εκ των σπουδαιότερων Αμερικανικών ταινιών όλων των εποχών: στο Heat στέκεται ίσος μεταξύ ίσων ανάμεσα στους Al Pacino και Robert DeNiro και βάζει για πρώτη φορά στο βιογραφικό του μια μεγάλη, κλασσική ταινία του 20ου αιώνα.
Από κει και μετά ξεκινά η πτωτική πορεία, κατά την οποία μετράει μεν συμμετοχές σε αρκετές αξιόλογες ταινίες (The Spartan, The Prince of Egypt, Pollock, The Missing, The Salton Sea κτλ) οι οποίες όμως δεν αρκούν για να του αλλάξουν το status ενός star παγιδευμένου σε μέτριες επιλογές και με τη φήμη του «δύσκολου» συνεργάτη. Το 2005 ο Shane Black δίνει ανάσα ζωής στη καριέρα του, καθώς τον «ματσάρει» με τον Robert Downey Jr. σε ένα από τα πιο απολαυστικά κωμικά neo-noir των 00s (Kiss Kiss Bang Bang). Τα Twixt του Francis Ford Coppola, Bad Lieutenant του Werner Herzog και μερικές σκόρπιες στιγμές εδώ και εκεί είναι ότι έχει να επιδείξει τα μετέπειτα χρόνια – καθώς σταδιακά αποσύρεται από τις κάμερες και χάνει τη φωνή του φωνή κατά τη διάρκεια των θεραπειών και επεμβάσεων που κάνει, μετά τη διάγνωση του με καρκίνο του λάρυγγα.
Τελευταίος ρόλος της καριέρας του η scene - stealer ολιγόλεπτη εμφάνισή του στο Top Gun: Maverick, το sequel της ταινίας που τον έκανε διάσημο σε όλον τον κόσμο. Απέναντι του ο star, του οποίου την καριέρα ίσως έμελλε και ο ίδιος κάποτε να είχε – αλλά, ευτυχώς για μερικούς, δυστυχώς για άλλους, δεν τα κατάφερε ποτέ.
Ένα χρόνο νωρίτερα έχει κυκλοφορήσει το ντοκιμαντέρ Val –ένα «ημερολόγιο» που συμπυκνώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλες τις φάσεις και αντιφάσεις μιας μακράς καριέρας και τον βαθύτερο πυρήνα της πολυσχιδούς προσωπικότητας που ήταν ανέκαθεν ο Kilmer.
Ακολουθούν σε χρονολογική σειρά 10 ταινίες που αξίζει κανείς να αναζητήσει, εάν θέλει να γνωρίσει από πρώτο χέρι έναν ηθοποιό που φλέρταρε μια ζωή με το «κάτι παραπάνω» - και όπως όλα δείχνουν, μερικές ώρες μετά τον θάνατό του και παρατηρώντας κανείς τις αντιδράσεις των κινηματογραφόφιλων στο άκουσμα του θανάτου του, κέρδισε τελικά την κινηματογραφική αθανασία.
Top Secret! (1984)
Μια από τις πιο υποτιμημένες κωμωδίες των δημιουργών του Airplane! και του The Naked Gun, το Top Secret! είναι μια απολαυστική παρωδία των κατασκοπευτικών ταινιών της ψυχροπολεμικής περιόδου. Ο Val Kilmer κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη ως Nick Rivers, ένας Αμερικανός ροκ σταρ ala Elvis, ο οποίος μπλέκει σε μια παράλογη κατασκοπευτική περιπέτεια στη Σοβιετική Ανατολική Ευρώπη. Με ένα εξαιρετικό φυσικό κωμικό timing στις αποσκευές, ο Kilmer αποδεικνύει με το καλημέρα ότι μπορεί να κουβαλήσει μια ταινία στους ώμους του - ακόμη και αν εκείνη είναι ένα εξωφρενικό κρεσέντο σουρεαλιστικών gags, στο οποίο ερμηνείες και διάλογοι έρχονται σε δεύτερη μοίρα. To Top Secret! απέκτησε σταδιακά ένα πελώριο cult status και ο Kilmer μπήκε με το δεξί στο κινηματογραφικό τερέν -αν και η πραγματική επιτυχία θα ερχόταν 2 χρόνια αργότερα.
Top Gun (1986) – Top Gun: Maverick (2022)
Κάτι παραπάνω από «απλώς μια ταινία» αλλά επί τοις ουσίας ένα pop φαινόμενο, το Top Gun έγινε με το καλημέρα μια από τις ταινίες που όρισαν αισθητικά τη δεκαετία του ’80. Με τη σκηνοθετική υπογραφή του βιρτουόζου Tony Scott και το αθάνατο soundtrack του Harold Faltermeyer, η ταινία έγινε instant classic σε μια και μόνο νύχτα, κάνοντας τον Tom Cruise, το απόλυτο «πρόσωπο» της εποχής του. Ο Val Kilmer υποδύθηκε τον Tom "Iceman" Kazansky, τον ψυχρό και αλαζονικό αντίπαλο του Cruise και αν και είχε εμφανώς περιορισμένο screen-time σε σχέση με τον Cruise, η ερμηνεία του Kilmer υπήρξε διακριτική και απόλυτα αποτελεσματική – μετατρέποντας τον Iceman έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς “villains” των 80s. Στο sequel του 2022 Top Gun: Maverick (το οποίο ξεπέρασε κατά πολύ τον προκάτοχό του σε κάθε επίπεδο και έφτασε μέχρι και τις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας και Διασκευασμένου Σεναρίου στα Oscars) ο Kilmer, εμφανώς καταπονημένος από την 10ετή του μάχη με τον καρκίνο, πραγματοποίησε μια αναπάντεχη ολιγόλεπτη εμφάνιση – ένα εξαιρετικά γραμμένο cameo ζωτικής σημασίας για την πλοκή, το οποίο και απέπνεε αυτομάτως μια πηγαία συναισθηματική φόρτιση. Αυτή έμελλε να είναι και η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση του Kilmer πριν τον θάνατό του.
The Doors (1991)
Στη βιογραφική ταινία του Oliver Stone για τους Doors, ο Val Kilmer ανέλαβε τον ρόλο του Jim Morrison και πήγε τη διαδικασία της μεθόδου στα άκρα: δεν αρκέστηκε μόνο στην πιστή αναπαράσταση της εμφάνισης του θρυλικού Lizard King, αλλά υιοθέτησε πλήρως, τόσο on stage όσο και παρασκηνιακά, την αυτοκαταστροφική περσόνα του Morrison. Μελέτησε τον τραγουδιστή σε βάθος, μίλησε με φίλους του και ακόμη και ο ίδιος ο Ray Manzarek παραδέχτηκε ότι στο τέλος δυσκολευόταν να ξεχωρίσει τον Kilmer από τον πραγματικό Morrison. Η ταινία, όπως και η πλειοψηφία των ταινιών του διάσημου Αμερικανού σκηνοθέτη δίχασε, όμως ο κόσμος την αγκάλιασε και σταδιακά καθιερώθηκε ως μια από τις πιο εμβληματικές «πειραγμένες» μουσικές κινηματογραφικές βιογραφίες του σύγχρονου Hollywood - με τον Kilmer να παραδίδει μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της καριέρας του.
Tombstone (1993)
Το Tombstone είναι ένα από τα καλύτερα western των τελευταίων δεκαετιών, με τον Val Kilmer να κλέβει την παράσταση ως Doc Holliday από το all-star cast της ταινίας. Εύθραυστος αλλά επικίνδυνος, μορφωμένος αλλά αδίστακτος, ο Holliday του Kilmer είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος ενδιαφέρουσες αντιθέσεις και ένα τραγικό μεγαλείο. Με αξεπέραστο στυλ, ο Kilmer δημιούργησε μια από τις πιο εμβληματικές ερμηνείες στην ιστορία των σύγχρονων westerns, καθώς μένει αξέχαστος στον θεατή μετά τους τίτλους τέλους της ταινίας. Ίσως η καλύτερη του ερμηνευτική δουλειά, άλλη μια απόδειξη της δυνατότητάς του να μεταμορφώνεται πλήρως μπροστά στον κατάλληλο ρόλο.
Batman Forever (1995)
Το Batman Forever έδωσε μια αναπάντεχη τροπή στις κινηματογραφικές περιπέτειες του Σκοτεινού Ιππότη, ο οποίος άφησε τη ζοφερή ατμόσφαιρα του Tim Burton για ένα πολύχρωμο και αναπολογητικά campy «νέο» σύμπαν -κάτω από τη σκηνοθετική ματιά του Joel Schumacher. Ο Val Kilmer ανέλαβε τον ρόλο του Batman/Bruce Wayne, καταφέρνοντας με επιτυχία να ισορροπήσει ανάμεσα στην ηρωική και την πιο ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα. Αν και δεν γνώρισε την αντίστοιχη αποδοχή του Michael Keaton, η ερμηνεία του Kilmer έφερε στο σύμπαν του Batman σοβαρότητα, αλλά και μια γοητεία που σίγουρα έλειπε σε σημαντικό βαθμό από τους μετέπειτα ηθοποιούς που ενσάρκωσαν τον χαρακτήρα. Αν και η υπερβολική ενέργεια των Jim Carrey (Riddler) και Tommy Lee Jones (Two-Face) επισκίασαν κάπως την παρουσία του, ο Batman του Kilmer παραμένει μέχρι και σήμερα μια από τις πιο ιδιαίτερες κινηματογραφικές ενσαρκώσεις του δημοφιλή χάρτινου ήρωα της DC -και η ίδια η ταινία, για πολλούς θεατές, ένα queer αποχρώσεων cult διαμαντάκι των ‘90s.
Heat (1995)
Το Heat λογίζεται δικαίως ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα του σύγχρονου Αμερικανικού σινεμά. Με το πρόσχημα του neo-noir heist movie, το αγέραστο αριστούργημα του Michael Mann «μίλησε» με μοναδικό τρόπο για την αστική μοναξιά, τους αδυσώπητους σύγχρονους ρυθμούς ζωής και την αποξένωση των δυτικών μεγαλουπόλεων. Ο Val Kilmer κοιτάζει στα μάτια τους 2 συμπρωταγωνιστές του Al Pacino και Robert De Niro (στην πρώτη τους κινηματογραφική τετ α τετ συνάντηση) και με μια μετρημένη εκφραστικότητα μεταμορφώνεται σε έναν από τους πιο ανθρώπινους και συνάμα τραγικούς χαρακτήρες της ταινίας (η οποία ήδη βρίθει ερμηνειών ζωής από τους περισσότερους ηθοποιούς που συμμετέχουν σε αυτήν). Αν μη τι άλλο, δεν έχουν όλοι οι κινηματογραφικοί stars κατά τη διάρκεια της, ενίοτε και βραχύβιας καριέρας τους, το προνόμιο συμμετοχής σε μια ταινία – σταθμό της εποχής τους.
The Salton Sea (2002)
Το The Salton Sea είναι ένα neo-noir στο οποίο Kilmer υποδύεται έναν άνδρα που ζει μια διπλή ζωή - εθισμένος στη μεθαμφεταμίνη από τη μία, πληροφοριοδότης της αστυνομίας από την άλλη. Κάτω από την αμφίσημη του ύπαρξη κρύβεται ένας πληγωμένος άνδρας, με ένα παρελθόν γεμάτο βαριές απώλειες και πόνο. Η ταινία «παίζει» συνεχώς με την αντίληψη του θεατή, αμφισβητώντας το τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, ενώ ο Kilmer παραδίδει μια από τις πλέον πολυδιάστατες του ερμηνείες, σε έναν ρόλο που απαιτεί μια τόσο σωματική όσο και ψυχολογική επώδυνη μεταμόρφωση. Παρότι το The Salton Sea δεν σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, απέκτησε σταδιακά ένα cult status, με την ερμηνεία του Kilmer να παραμένει μέχρι και σήμερα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες της καριέρας του.
The Missing (2003)
Ο Kilmer έχει έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο στο The Missing του Ron Howard, ένα σκληρό western με πρωταγωνίστρια την Cate Blanchett. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας μητέρας που αναζητά την απαχθείσα κόρη της στην Άγρια Δύση, με τη βοήθεια του αποξενωμένου πατέρα της (Tommy Lee Jones). Ο Kilmer υποδύεται έναν στρατιωτικό, στο πρόσωπό του οποίου αντικατοπτρίζεται ο αδίστακτος επεκτατισμός του αμερικανικού ιμπεριαλισμού προς τη Δύση. Αν και εμφανίζεται για περιορισμένο χρόνο η παρουσία του είναι πάρα πολύ ισχυρή, μακριά από αναμενόμενα κλισέ του είδους και προσθέτει καθοριστικά μια απειλητική νότα στον ανελέητα ζοφερό κόσμο της ταινίας. Το The Missing είναι ένα «δύστροπο» σύγχρονο western που αγγίζει θέματα οικογένειας, εκδίκησης και σύγκρουσης πολιτισμών, στο οποίο η συμβολή του Kilmer ενισχύει τα μάλα την εκ προοιμίου αίσθηση μιας παλλόμενης αβεβαιότητας και ενός αναπόφευκτου κινδύνου.
Spartan (2004)
Στο πολιτικό θρίλερ του David Mamet, ο Val Kilmer υποδύεται έναν σκληροτράχηλο πράκτορα των ειδικών δυνάμεων, ο οποίος αναλαμβάνει να βρει την απαχθείσα κόρη ενός υψηλόβαθμου πολιτικού. Το έργο ξεχωρίζει για την ατμοσφαιρική του σκηνοθεσία και τον ψυχρό, μεθοδικό του ρυθμό, ενώ περιτέχνως αποφεύγει τα περισσότερα κλισέ των αντιστοίχων ταινιών του είδους. Ο Kilmer δίνει μία από τις πιο υποτιμημένες ερμηνείες της καριέρας του, πλάθοντας ιδανικά έναν χαρακτήρα απόλυτα αφοσιωμένο στην αποστολή του, ο οποίος σταδιακά αρχίζει να αμφισβητεί γύρω από την ηθική αυτής. Με μετρημένο συναίσθημα αλλά απίστευτη εσωτερική ένταση, ο Kilmer προσθέτει βάθος σε έναν φαινομενικά μονοκόμματο ήρωα, που εύκολα στα χέρια άλλου ηθοποιού θα κατέληγε σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αν και η ταινία δεν έλαβε την αναγνώριση που της άξιζε, το Spartan είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι του είδους που σίγουρα αξίζει να αναζητηθεί από τους φίλους του ηθοποιού.
Kiss Kiss Bang Bang (2005)
Μια από τις πιο ευφυείς και υποτιμημένες ταινίες του 2000, το Kiss Kiss Bang Bang του Shane Black είναι ένα κωμικό buddy movie με στοιχεία neo-noir, γεμάτο σαρδόνιο χιούμορ, γρήγορους διαλόγους και έναν meta χαρακτήρα – πολύ πριν αυτό γίνει η νόρμα των σύγχρονων Αμερικανικών κωμωδιών. Ο Kilmer υποδύεται έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ που μπλέκεται σε μια πολύπλοκη υπόθεση φόνου με κολαούζο τον Robert Downey Jr. Η χημεία τους είναι υποδειγματική, με τον Kilmer να δίνει μια απολαυστικά σαρκαστική ερμηνεία γεμάτη κοφτερές ατάκες, αβίαστη αυτοπεποίθηση και έναν απρόσμενα συγκινητικό πυρήνα στο κέντρο της. Ο ρόλος του Kilmer γίνεται ένας από τους πιο διασκεδαστικούς της καριέρας του και η ταινία αποκτά γρήγορα ένα διαχρονικό cult status.