«Έχεις δει την καινούρια σειρά που βγήκε στο Netflix με τη stalker;». Ο πρόλογος σε καμία περίπτωση δεν με είχε προετοιμάσει κατάλληλα, για την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Οκ, μια συνηθισμένη ιστορία stalking με κάποιον τρομερά ενοχλητικό και παρεμβατικό σκέφτομαι. Έλα όμως που είναι πολλά περισσότερα, από μια απλή ιστορία stalking. Πολλά, πολλά περισσότερα. H mini σειρά, του Σκωτσέζου ηθοποιού, κωμικού και σεναριογράφου Richard Gadd προσγειώθηκε στην πλατφόρμα τον Απρίλιο κι έχει ήδη τραβήξει την προσοχή παραπάνω από 2 εκατομμύρια θεατών παγκοσμίως, ενώ ταυτόχρονα στο Rotten Tomatoes σκοράρει στο 100%.

H ιστορία αφορά έναν ανήσυχο κωμικό, ο οποίος ονομάζεται Donny Dunn (το πραγματικό πρόσωπο εδώ είναι ο πρωταγωνιστής, ο δημιουργός της σειράς Richard Gadd) και παλεύει να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει διάσημος και καλός σε αυτό που κάνει, ενώ καλείται να βάλει και σε μια ισορροπία τη ζωή του. Δουλεύει προσωρινά ως barman σε μια pub στο Camden του Λονδίνου, και μια κατά τα άλλα συνηθισμένη ημέρα αποφασίζει να κεράσει ένα τσάι σε μια πελάτισσα, εν ονόματι Martha (Jessica Gunning) που εμφανίζεται στο μπαρ, κοντά στα 40, μελαγχολική και σκυθρωπή, επειδή τη λυπήθηκε. Απ’ τον πρώτο κιόλας διάλογο παρακολουθούμε ένα περίεργο δεσμό να εξελίσσεται μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Κι εκεί ξεκινάει ο εφιάλτης του. Η ίδια αρχίζει να τον παρακολουθεί επίμονα, στήνει καρτέρι στο μαγαζί, ψάχνει τρόπους και τελικά το καταφέρνει, να εισβάλλει στον προσωπικό του χώρο και στο σπίτι του -όπου ζει με τη μητέρα της πρώην του, κρατήστε το αυτό σαν fact- κι εν τέλει καταλήγει να τον παρενοχλεί σχεδόν καθημερινά για παραπάνω από 4 ολόκληρα χρόνια με μια σωρεία χιλιάδων e-mails, μηνυμάτων και τηλεφώνων. O ίδιος ενώ φαινομενικά παλεύει να ξεφύγει απ’ όλο αυτό, ταυτόχρονα ανά στιγμές διερωτάται αν πραγματικά μπορεί κάποιος με οποιοδήποτε τρόπο να καταστρέψει την ήδη τόσο μίζερη ζωή του κι αν τελικά όλη αυτή η ανυπόφορη εμπειρία με τη Martha, τονώνει τη χαμένη του αυτοεκτίμηση.

Παράλληλα, καθώς ο πραγματικός έρωτας εμφανίζεται στη ζωή του υπό τη μορφή μιας απίστευτα έξυπνης και φλογερής τρανς γυναίκας, της Teri την οποία υποδύεται η Nava Mau, εκείνος δε μπορεί να αφιερωθεί και να το υποστηρίξει. Ξεκινά τη σχέση του μαζί της με ψέματα αναφορικά με το ποιος είναι, κρύβεται κι αποφεύγει συνειδητά να της αποκαλύψει τι συμβαίνει στη ζωή του με την περίπτωση της Martha. Ακόμα, κι όταν η Martha γίνεται βίαιη απέναντι στην Teri, αλλά και τον ίδιο, εκείνος επιλέγει την οδό της αποφυγής με το να ζητά από την Teri να φύγουν για να την προστατέψει, δίχως να αναφέρει τίποτα στην αστυνομία για το περιστατικό.

«Και καλά, γιατί περιμένατε τόσο για να την καταγγείλετε;» τον ρωτά ένας αστυνομικός έξι μήνες μετά την αρχή όλων αυτών. «Δεν ξέρω» ήταν η υπόγεια απάντηση προς τον εαυτό του. Κι αυτό το «Δεν ξέρω» το πετάει κυριολεκτικά στα μούτρα μας με τον πιο άμεσο και σοκαριστικό τρόπο λίγο πριν το τελευταίο επεισόδιο, όταν σε μια stand up ερμηνεία του άρχισε να διηγείται μπροστά σε όλους τους θεατές όλα όσα του έχουν συμβεί και τον έχουν σημαδέψει. Κι έτσι μαθαίνουμε ότι ο Donny (και άρα ο ίδιος ο Richard Gadd) στην πραγματικότητα έχει κακοποιηθεί πολύ πριν εμφανιστεί η Martha στη ζωή του και ξεκινήσει να τον καταδιώκει, από έναν επιφανή τηλεοπτικό παραγωγό με διασυνδέσεις στο χώρο που του υποσχόταν διαρκώς ότι θα τον κάνει διάσημο. Διαμορφώνουν μια άκρως τοξική σχέση βασισμένη στη χρήση ουσιών και στη σεξουαλική κακοποίηση. Την οποία δέχεται, και ξαναδέχεται. «Δεν ήθελα να είναι μια διήγηση υπέρ του θύματος μόνο», είχε πει. Και πράγματι. Πιάνεις τον εαυτό σου να λυπάται τόσο πολύ το θύμα αλλά και τον θύτη σε αυτή την ιστορία. Να καταλαβαίνεις, εν τέλει από που ξεκινά και προέρχεται όλο αυτό το φάσμα κακοποιητικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών συμπεριφορών. Και κυρίως να αναγνωρίζεις πόσο δύσκολο είναι κάποιες φορές να ξεφύγει κάποιος από μια τέτοια λούπα, που του στερεί μια υγιή ζωή. Η απάντηση στις ερωτήσεις του τύπου «Μα καλά, γιατί κάθεται;», «Γιατί δεν φεύγει;», «Γιατί δεν πάει στην αστυνομία;», είναι κάθε επεισόδιο αυτής της σειράς.

Εδώ προβάλλεται η άλλη όψη του νομίσματος. Η υπαρκτή και συνεχής ανοχή απέναντι στον κακοποιητή που μπορεί να προέρχεται από ανεπαρκή ύπαρξη βοήθειας κι ουσιαστικής στήριξης, από υπερβολικά χαμηλή αυτοεκτίμηση, από προϋπάρχουσες, τραυματικές εμπειρίες που έχουν κάνει κάποιον να πιστεύει βαθιά ότι ναι ίσως αυτό να μου αξίζει.

Παράλληλα, παρατηρείς πόσο σαθρό και αναποτελεσματικό είναι το σύστημα και η μέριμνα γύρω από τα θύματα βίας σε παγκόσμιο επίπεδο δυστυχώς και πως οι συζητήσεις με την αστυνομία, καταλήγουν οριακά σε κωμικούς διαλόγους, που σε αφήνουν με μια έντονη απογοήτευση για το ότι κάποιος πρέπει να βρει τη λύση μόνος του σε κάτι τόσο σοβαρό όσο είναι η λεκτική και σωματική κακοποίηση.

«Σίγουρα μεγάλωσα με τέτοιες ιδέες: ο πρίγκιπας σώζει την πριγκίπισσα, το να είσαι άντρας σημαίνει να έχεις ένα άκαμπτο κάτω χείλος, μην κλαις, οι ώμοι ίσιοι και πίσω. Όχι ότι ο μπαμπάς μου ήταν ποτέ έτσι, αλλά αυτή είναι η κοινωνική προσδοκία και πραγματικά ανοίγει τον δρόμο της στο υποσυνείδητό σου. Όταν περνάς κάτι σαν σεξουαλική κακοποίηση, μεγάλο μέρος της αποδυνάμωσης μπορεί να προέλθει από αυτές τις παλιές ιδέες για το τι σημαίνει να είσαι άντρας. Σίγουρα, όταν απέρριψα αυτή την ιδέα και συνειδητοποίησα ότι το να μιλάω ανοιχτά είναι μια μορφή δύναμης, διώχνοντας την ιδέα ότι η αρρενωπότητα ήταν η μόνη μορφή επιβίωσης – αυτό ήταν πολύ θεραπευτικό», έχει δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του. Γι’ αυτό και η εξομολόγηση που παρακολουθούμε λίγο πριν το φινάλε της σειράς από τον ίδιο είναι σε μεγάλο βαθμό αληθινή και διαπεραστική, σαν να σου καίει τα σωθικά.

«Πάντα αναρωτιόμουν, γιατί οι άνθρωποι συναντιούνται, γιατί ερωτεύονται, όλα αυτά. Κι αυτό με φέρνει στο μικρό ταρανδάκι. Αυτό το ταρανδάκι, ήταν μικρό και χνουδωτό, είχε ζουμερά χείλη και τεράστια μάτια, και τον πιο γλυκό πισινό. Ακόμα το έχω. Ήταν το μόνο καλό που είχα όταν ήμουν μικρή. Το αγκάλιαζα όταν μάλωναν. Και μάλωναν πολύ, ξέρεις. Ε λοιπόν…είσαι φτυστός με το ταρανδάκι!», ακούει ο Donny στο τελευταίο επεισόδιο τη Martha να του εξηγεί ουσιαστικά τον λόγο που έχει εμμονή μαζί του. Αυτή η σειρά, σε μόλις 7 επεισόδια σε γεμίζει με ωμό κι ασυγκράτητο συναίσθημα. Σε προκαλεί να κοιτάξεις και τις δύο όψεις ενός σκοτεινού θέματος, να αγανακτήσεις δίχως αύριο με τη σάπια κι ανύπαρκτη κρατική μέριμνα, να συγκινηθείς πολύ και να παραδεχθείς ότι αυτή η σύνδεση των ψυχικών τραυμάτων που κουβαλά κανείς μαζί του από την παιδική του κιόλας ηλικία, αποτυπώνεται στην ενήλικη καθημερινότητά του, εισβάλλει στις συμπεριφορές του και συγκροτεί ένα κομμάτι της προσωπικότητας του, μια πλευρά που πολύ θα ήθελε να πετάξει μακριά, αλλά μαντέψε…στο τέλος δεν το κάνει.

 

Το Baby Reindeer είναι διαθέσιμο στο Netflix.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured