Στυλιανός Τζιρίτας

 

*Εν μέσω Χούντας, κάπου το 1967/1968, και εν μέσω επίσης της λυσσαλέας μάχης με την εταιρία του και ειδικότερα με τον Μάκη Μάτσα, ο Στέλιος Καζαντζίδης κάνει προσπάθεια ν' ανοίξει δική του δισκογραφική, ονόματι Standard. Καθετοποιεί μάλιστα την παραγωγή παρουσιάζοντας ένα εργοστάσιο στο Κιάτο και φέρνοντας μια πρέσα από τη Metalmecanica, εταιρεία που λαθεμένα αναφέρεται στο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού (Υπάρχω/Λιβάνης, 2000) ως γερμανική –είναι ισπανική. Ο ίδιος ο Μάτσας, σε συνέντευξή του στον Νίκο Φρονιμόπουλο για το περιοδικό Εικόνες χρόνια αργότερα, θα υποστηρίξει ότι η προέλευση του μηχανήματος ήταν ιταλική και ότι η Minos προσφέρθηκε να το αγοράσει το 1971 (παρότι σχεδόν άχρηστο) πληρώνοντας μάλιστα και όλα τα έξοδα που είχε κάνει ο Καζαντζίδης για τη Standard. Αλλά, ενώ το δίδυμο είχε φτάσει σε συνεννόηση, στη δεύτερη μέρα των διαπραγματεύσεων ο Καζαντζίδης δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού. Λίγες μέρες μετά, ανακοινώθηκε η συμφωνία του με τη Phillips, πυροδοτώντας νέο κύκλο αντεγκλήσεων, ο οποίος αυτή τη φορά επιλύθηκε στα δικαστήρια

Avotekaz_2.jpg

 Ο Καζαντζίδης είχε κάνει γραφεία στο κέντρο της Αθήνας –στη Ζήνωνος– όπου δεχόταν προς ακροάσεις ερμηνευτές αμφότερων των φύλων. Ο ίδιος λέει ότι υπήρχε ένα καμαράκι όπου στριμωχνόταν μαζί με τον Νικολόπουλο και άλλους χειριστές του μπουζουκιού με τους οποίους είχε συμφωνήσει και, με λίγα όργανα, έκαναν τις ακροάσεις των επίδοξων τραγουδιστών. Από το καμαράκι είχε περάσει κατά τα λεγόμενά του και ο Μητροπάνος αλλά και ο Νταλάρας (για τον οποίον έχει δηλώσει πως δεν του άρεσε η φωνή του, χρόνια πάντως μετά θα τον αφήσει να του κάνει φωνητικά στους περίφημους "Αισθηματίες"), πιο τρανταχτή ωστόσο υποψήφια μεταγραφή ήταν ο Πάνος Γαβαλάς. Η συμφωνία δεν έκατσε τελικά, διότι, λέει ο Καζαντζίδης, δεν τα βρήκαν «στο ζήτημα των ποσοστών και ειδικότερα των πνευματικών δικαιωμάτων». Κάπως έτσι εξηγείται μάλλον το ότι η Standard κυκλοφόρησε συνολικά 14 singles 45 στροφών, κυρίως με δημοτικά τραγούδια. 

Να σημειώσουμε ότι ο Γαβαλάς δοκίμασε κι εκείνος τον δρόμο της δικής του εταιρείας, αρχικά με τη ΒΕΝΤΕΤΤΑ το 1966 (την οποία άνοιξε σε συνιδιοκτησία με τον σύζυγο της Πόλυς Πάνου, Στέλιο Πελαγίδη) και αμέσως μετά με τη SONATA (1967), που διέθετε μάλιστα και δικές της πρέσες. Αμφότερες κυκλοφόρησαν αρκετά λαϊκά τραγούδια κυρίως σε singles 45 στροφών και τόσο ο Γαβαλάς, όσο και η Πάνου, έβγαλαν και δικό τους υλικό σ' αυτές. Η Βεντέττα άντεξε μέχρι το 1971, η δε Sonata έκλεισε το 1972.

*Η πρωτιά έχει τη δική της αίγλη, αντικειμενικά. Όχι επειδή παρέχει τον κότινο στον κατέχοντα αυτήν, αλλά διότι εξασφαλίζει την ιστορικότητα και την αρχειοθέτηση μερικών σημαντικών ζητημάτων. Αν θυμάστε, πριν από μερικά Avotek ασχοληθήκαμε με πρωτιές στον digital ήχο στην παγκόσμια δισκογραφία. 

Avotekaz_3.jpg

Ο πρώτος λοιπόν ελληνικός δίσκος που ηχογραφήθηκε ψηφιακά δεν είναι άλλος από τις Ωδές του Βαγγέλη Παπαθανασίου με την Ειρήνη Παππά, (1979, εκδόθηκε 1980). Άλμπουμ που πολλοί αντιμετώπισαν τότε με ειρωνεία και εξακολουθεί περιστασιακά και τώρα να λοιδορείται. Μπορεί να ενυπάρχει πράγματι βερμπαλισμός στις θεματικές του αναπτύξεις, αφενός όμως το fusion που προσπάθησε να κάνει ο Παπαθανασίου είχε γίνει μέχρι τότε κυρίως με ηλεκτρικά όργανα (βλέπε Μαρίζα Κωχ) και όχι με ηλεκτρονικά –σποραδικές μόνο απόπειρες είχαν καταγραφεί σε ενορχηστρώσεις εγχώριων ροκ συγκροτημάτων, π.χ. στο "Mountains" των Socrates– αφετέρου έχουμε έναν δίσκο ολοκληρωτικά φτιαγμένο πάνω σε ελληνικές παραδοσιακές φόρμες. 

Πέρα λοιπόν από την ωραία τοποθέτηση της Ειρήνης Παππά (και ας διαφωνούν/διαφωνούμε πολλοί με το βάθος της φωνής από την κονσόλα), η οποία ερχόταν με εφόδιο την ερμηνεία της μόλις 1 χρόνο πριν (1978) στους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Γιάννη Μαρκόπουλου, έχουμε και τη ντιτζιταλιά του δίσκου, το ρεκόρ της πρώτης μη αναλογικά ηχογραφημένης δουλειάς Έλληνα καλλιτέχνη. Για το Avotek αποτελεί δίσκο αγαπημένο από την εφηβεία του ήδη, οπότε για το υποκειμενικό ζήτημα μου αρέσει/όχι, μην περιμένετε αντικειμενικότητα. Η πρωτιά ωστόσο παραμένει πρωτιά, όπως και να το δει κάποιος.

Avotekaz_4.jpg

*Να αποχαιρετήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας τον B.B. King. Δεν ήταν μόνο το όνομά του –ένα από τα πλέον εύηχα στη μπίζνα– ή το αρχοντικό του παρουσιαστικό. Ο άνθρωπος αυτός είχε αναμφισβήτητα το καλύτερο σήκωμα στην ταστιέρα, στοιχείο χαρακτηριστικό και μοναδικής υφής, τόσο σε ήχο, όσο και σε μέθοδο. Τον διέκρινε δε μια μοναδικής κοπής ειλικρίνεια περί των ικανοτήτων, κάτι που έχει αποτυπωθεί και στο Rattle And Hum των U2, όπου γυρνάει και λέει στον Edge ότι, επειδή δεν ήταν παίκτης επιπέδου στη rhythm guitar, καλό θα ήταν ν' αναλάβει εκείνος να στηρίξει το (περίφημο, πια) "When Love Comes To Town". Καλή ξεκούραση αγαπητέ και ας είχαμε παρεξηγήσει τότες στον Λυκαβηττό, όταν ο μπασίστας σου μοίραζε πένες δικές σου σαν να ήταν καραμέλες! The thrill is gone.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured